αναμμένο φως

Ο δρόμος ήταν σπαρμένος φονικά. Αίματα ποτίζαν τις άγριες μαργαρίτες που φυτρώναν στα πλάγια του. Κι αυτές, τι γινάτι, μήτε μια στάλα δεν άλλαξαν το χρώμα τους. Ίσα να ροζίσουν από ντροπή για την ανώφελη θυσία.

Περπατούσα με την πλάτη στα θαύματα ψάχνοντας απεγνωσμένα φαρμακείο. Ο πυρετός ανέβαινε βιαστικός γυρεύοντας κεραμίδι κι εγώ είχα γκρεμίσει τη σκεπή εδώ και χρόνια. Η φλόγα θα έκαιγε τα σύννεφα κι οι βροχές θα χαλούσαν την ησυχία.

-         Όταν βρέχει θέλω πάντα μια αγκαλιά.

Θέλω το σώμα σου να τυλιχτεί γύρω απ' το δικό μου. Θέλω η γλώσσα σου να 'χει γεύση από κανέλα και γαρύφαλο. Θέλω. Θέλω;

 Φορές το μόνο που στ' αλήθεια θέλω, είναι να κοιμηθώ πάνω σ' ένα λευκό μαξιλάρι που να μυρίζει θάλασσα. Και να 'χω κάποιον να με σκέφτεται, σαν αναμμένο φως μες στο σκοτάδι.

 


ήρθε η Ανάσταση

Σηκώθηκε νωρίς κι ας μην είχε τι να κάνει. Μάζεψε το σπίτι, πότισε τα λουλούδια, έφτιαξε καφέ. Η μυρωδιά του καμμένου ξύλου γέμιζε τα ρουθούνια του κι ας μην είχε πλησιάσει την ψησταριά. Για ποιον να ψήσει; Ένας άνθρωπος ήταν, ολομόναχος. Και ψωμοτύρι να έτρωγε το ίδιο του έκανε. Δε νοστιμεύει το φαί χωρίς παρέα.
«Χριστός Ανέστη γείτονα!» του φώναξε από απέναντι ο σιδεράς που ίδρωνε ήδη πάνω απ' τη φωτιά. Θα είχε καλεσμένους φαίνεται γιατί απ' το ξημέρωμα πάλευε με τις ετοιμασίες.
Κούνησε το χέρι του ήσυχα δίχως να βγάλει λέξη. Θα μπορούσε κι αυτός, θα μπορούσε. Να 'χει γυναίκα και παιδιά, φωνακλάδικα σόγια που θα μαζευόντουσαν για τη γιορτή, φίλους με καραμπίνες στα χέρια. Θα μπορούσε.
Ανάσανε βαθιά και η μυρωδιά της λεμονιάς τρύπωσε αιχμηρά ίσαμε το φυλλοκάρδι του.
Πάσχα ήταν όταν τη γνώρισε, Μ. Παρασκευή, στην περιφορά του Επιταφίου. Δεν χρειάστηκε να πούνε πολλά, τι να πεις άμα έχουν μιλήσει τα μάτια; Χαλάς το υφάδι της μαγείας έτσι και δεν ήθελαν. Το ρούχο της αγάπης τους δεν είχε ξέφτια, ευτυχώς, πάλιωσε ακέραιο. Πόσες γιορτές περάσανε μαζί; Πόσα πανηγύρια; Κι όλες στα κρυφά, ανάμεσα από βλέμματα που τσακίζαν ποτηράκια στο διάβα τους. Χωρίς ένα φιλί να σβήσει το γινάτι του έρωτα, δίχως μια αγκαλιά.
Ύστερα η ζωή, οι υποχρεώσεις, τα πρέποντα, εκείνη δεν ξαναήρθε στο χωριό, αυτός δεν την έψαξε.
Φοβήθηκες καημένε, μίλησε μέσα του η φωνή κι εκείνος κούνησε το κεφάλι σα να παραδεχόταν το δίκιο.
Φοβήθηκες τη γέψη της ευτυχίας, παραδέξου το.
Είχαν περάσει δυο χρόνια από την τελευταία φορά που την είδε. Κυρία εκείνη με παιδιά κι εγγόνια πια, χήρα φρέσκια, μα όμορφη σαν παλιό εικόνισμα. Κι αυτός; Παράξενος, μοναχικός και μόνος. Ακόμα κι ακόμα. Για λίγο τον κοίταξε αυτή, στου άι Γιώργη το πανηγύρι, μια ματιά, μια ακίδα. Του φάνηκε σα να τον ζύγιαζε η ματιά της, να τον μετρούσε πάλε απ' την αρχή. Μα τον ηύρε λειψό καθώς φαίνεται και την τράβηξε απότομα. Τούτο το απότομο τον σαίτεψε. Από 'κείνη την ώρα δεν μπόρεσε ξανά να ησυχάσει. Συνέχεια ένα ερώτημα τον έτρωγε, του σούβλιζε τα σωθικά. Τι θα γινόταν αν;
Σηκώθηκε με τις σκέψεις του να σπαθίζουν τον αέρα. Μάζεψε το φλιτζάνι. Απέναντι είχε αρχίσει να έρχεται κόσμος. Θα μπορούσε κι αυτός, δεν θα μπορούσε, αν;
Έκατσε στο σαλόνι, άναψε το ραδιόφωνο, το έκλεισε σχεδόν αμέσως, πήρε ένα βιβλίο απ' το ράφι. Οι δικοί της μήτε που ήθελαν ν' ακούσουν γι' αυτόν, όχι για γαμπρός τους μα μήτε για παραπαίδι δεν τους έκανε. Κι η δουλειά του; Αν είχε καλύτερη δουλειά τότε; Κοίταξε τα χέρια του, γερασμένα μες στα χώματα. Τι θα γινόταν αν;
Ξαφνικά άκουσε χτυπήματα στην πόρτα. Ο γείτονας τον κοιτούσε με χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με μάτια μισόκλειστα. Όχι, δεν άκουγε κουβέντα, όχι, δε γινόταν να μην έρθει να πιει ένα κρασί, όχι, μέρα που ήταν αδύνατον να του χαλάσει το χατίρι. Κι ύστερα σήμερα αρραβώνιαζε το κορίτσι του, δηλαδή λόγο θα δίνανε, αργότερα τα επίσημα, αλλά να, μια που ήρθανε οι συμπέθεροι για το Πάσχα. Η συμπεθέρα δηλαδή γιατί συμπέθερος δεν υπήρχε, είχε πεθάνει δυο χρόνια πριν από την παλιαρρώστια.
Πήγε ν' αρνηθεί, να βρει μια δικαιολογία, να κλειδωθεί ακόμα πιο βαθιά στο καβούκι του. Δεν τα κατάφερε.
Φόρεσε ένα άσπρο πουκάμισο πήρε κι ένα ματσάκι γιασεμιά και πήγε.
«Χριστός Ανέστη», «Χριστός Ανέστη», οι ευχές πετούσαν εδώ κι εκεί, οι αγκαλιές, τα πασχαλινά φιλιά, τα γελαστά μάτια. Η πασχαλιά μονάχα με τη μυρωδιά στρίμωχνε το θάνατο στη γωνία, τι διστάζεις εσύ βρε; Μέχρι πότε; Η καρδιά του βρόνταγε στο στήθος του σαν τη καμπάνα του χωριού.
«Θανάτω θάνατον πατήσας!»
Σήκωσε τα μάτια του κι αντάμωσε τα δικά της, της συμπεθέρας του γείτονα, της παλιάς του αγαπημένης.
«Τελειώσαν οι Μεγάλες Παρασκευές που συναντιόμασταν» της είπε όταν πήγε για να την χαιρετήσει. Εκείνη γέλασε γλυκά, του χάιδεψε το μάγουλο.
«Ναι, ήρθε η Ανάσταση!» του απάντησε κι έγιναν ξανά νέοι.

πασχα.jpg


η Ανάσταση

Μετρούσε τις αναστάσεις με ευλάβεια μαθηματικού. Μία, δύο, τρεις, πρώτη ανάσταση, ανάσταση κανονική, δεύτερη ανάσταση, τρίτη, δεν έχει τρίτη;
Και τέταρτη και πέμπτη και έκτη να είχε, μα γιατί; Μα γιατί το θαύμα να συμβαίνει μια φορά μόνο; Γιατί να μην επαναλαμβάνεται; Κι όσοι δεν προλαβαίνανε να το δουν; Να το νιώσουν; Να το αντιληφθούν βρε αδερφέ; Έτσι; Χάνανε την ευκαιρία να χαρούνε, να ελπίσουν;
Το βράδυ πήγαινε στην εκκλησία άκρη - άκρη, τον αγχώνανε τα βαρελότα και η φιλοπόλεμη διάθεση των πιστών. Άσε που όταν τον παίρνανε είδηση οι πιτσιρικάδες τον βάζανε στο σημάδι. Μια χρονιά στο τσακ το γλίτωσε το λαμπάδιασμα.
Καθόταν σε μια γωνίτσα στην αυλή του ναού, έπαιρνε με τρεμάμενα χέρια το άγιο Φως κι ύστερα ξεμάκραινε κι άλλο απ' το πλήθος. Ανέβαινε στα κάγκελα του αυλόγυρου και κοιτούσε πέρα μακριά τις χαμένες πατρίδες, το κάστρο που χαλνούσε μέρα τη μέρα, τη θάλασσα που του γύρευε να ταξιδέψει κι αυτός έκανε πως δεν άκουγε.
«Χριστός Ανέστη» άπλωνε τα χέρια του στον ουρανό και ψαχούλευε τα σύννεφα, ψηλαφούσε την ουρά του γαλαξία
Πού είναι τος; Πού είναι; Δάκρυα αγωνίας τρέχαν απ' τα μάτια του και τεντωνόταν ακόμα πιο πολύ, τραβώντας το χέρι του να μακρύνει αν ήταν μπορετό από την άρθρωση. Που είναι τος; Πού είναι;
Τα βεγγαλικά κάνανε τη νύχτα μέρα, οι φωτιές δίναν στην ατμόσφαιρα μια αλλόκοτη όψη. Τα φιλιά μπερδευότανε με τους αλλαλαγμούς. Με πόλεμο μοιάζει η Αγάπη σκεφτότανε φοβισμένος και ζάρωνε στο πετσί του. Ούτε μια φορά δεν είχε δει το Χριστό να περπατάει στους ουρανούς και το 'χε παράπονο. Όταν τελειώνανε οι πανηγυρισμοί έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι του. Σταύρωνε με το κερί την εξώθυρα και άνοιγε την πόρτα. Ο σκύλος του, ένας κουτσός μπαγασάκος των δρόμων έτρεχε πάνω του γλύφοντάς τον όπου προλάβαινε. Χέρια, πρόσωπο, μαλλιά.
Η λεμονιά έσειε μαλακά τα κλαδιά της. Η γάτα τανυζόταν στο γιατάκι της κι έτρεχε ξοπίσω τους κι αυτή.
Πρώτα άναβε το καντήλι κι ύστερα, κάνοντας το σταυρό του καθόταν στο κεφαλόσκαλο να καπνίσει ένα τελευταίο τσιγάρο πριν πλαγιάσει, με τα ζώα ξαπλωμένα στα πόδια του. Τα άστρα λάμπανε πάνω απ' τα κεφάλια τους παρηγορητικά. Τότε γλύκαινε η ψυχή του, ένα παράπονο τον έπαιρνε για τα στραβά της ζωής κι αρχινούσε να κλαίει σα μωρό. Εκεί τον έβρισκε η δικιά του ανάσταση, μια ανάσταση που μύριζε λεμονανθό κι είχε για σύμβολο μια γάτα κι έναν σκύλο που τον μέρωναν, γιατί τον αγαπούσαν.
*
Καλή Ανάσταση σε όλους με πολλή Αλήθεια, Αγάπη και Αλληλεγγύη. Να είσαστε γεροί!

Η φωτό είναι από : http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

μιαο 4.jpg


η ελπίδα

Ένιωθε συχνά πως ζούσε σ' ένα παράλληλο σύμπαν. Πως τα πράγματα συνέβαιναν σε κάποιον άλλον κι όχι σ' αυτόν. Πως εκείνος απλά τα παρακολουθούσε σα θεατής ενός φτηνού κινηματογράφου. Μα δεν τον αγρίευε αυτό, το δάγκωμα στην ψυχή του τον αγρίευε, το κρύο που έμπαινε από παντού μέσα του κι άκουγε να κρυσταλλιάζουν τα σπλάχνα του, ν' ακινητούν, να πεθαίνουν μέρα με τη μέρα.
Τότε καταλάβαινε πως γινόταν συμπαγής. Ένας βράχος που τα πρωινά μεταμφιεζόταν σ' άνθρωπο για να μην τον πάρουν χαμπάρι. Θα μου πεις κι άμα τον έπαιρναν τι θα γινότανε; Θα σταματούσε ο κόσμος τους να γυρίζει;
Στην αρχή απελπιζόταν. Κουτρουβαλούσε όπως - όπως πάνω σε κορμιά και πεποιθήσεις πασχίζοντας να σπάσει, να ζεσταθεί, να λιώσει. Δεν ήταν εύκολο. Ακατόρθωτο ήταν μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί έτσι απλά. Του άρεζε να ελπίζει. Είχε ένα χρώμα όμορφο η ελπίδα, ροζουλί σκούρο, σχεδόν φούξια. Χάριζε στον εαυτό του μια μικρή πολυτέλεια, αυτή του χρώματος, όχι τίποτα ακριβό ή παράλογο, μα μια σταγόνα χρώματος μέσα στην ασπρόμαυρη φθορά, ήταν κάτι.
Για να λέμε την αλήθεια ήταν πολύ, όχι απλώς κάτι. Μα η ανάγκη τον έκανε να βολεύεται στο ελάχιστο.
Σιγά - σιγά συνήθισε τη διττή όψη των πραγμάτων. Σχεδόν έκανε χάζι τις ήττες, τους έρωτες, τις χαρές του. Έγινε προσεκτικός. Δεν πάλευε να σπάσει πια, δεν έπεφτε με φόρα πάνω στους άλλους, δεν μιλούσε, δεν ζητούσε, δεν ονειρεύονταν. Τι να ονειρευτεί ένας βράχος; Αστείο φαινόταν και στον ίδιο ακόμα και γελούσε όποτε το σκεφτότανε. Γελούσε; Γελούσε, μπορούσε ευτυχώς ακόμα να γελάει. Έστω και με τον εαυτό του.

Η φωτό είναι από : http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

μιαο 3.jpg

θα σε ζεστάνω εγώ

Ήταν κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη και νύσταζε αφόρητα. Ένιωθε πως αν έκλεινε για μια στιγμή τα βλέφαρα θα βυθιζόταν σ' έναν βαρύ ύπνο, δίχως όνειρα. Σφούγγισε το μέτωπο κι έκατσε βαριά στην καρέκλα. Ακίνητα τα μάτια της κολλήσανε στο σημαδάκι του τοίχου. Από καρφί έμοιαζε να είναι, μια τρυπούλα τόση δα κι όμως τόσο μαύρη! Τι σκατά κρεμούσε εκεί; Και πού είναι τώρα; Πού το πήγε; Γιατί το έβγαλε; Δεν θυμήθηκε όσο κι αν ζόρισε τον εγκέφαλο.
Στην κατσαρόλα έβραζε το μεσημεριανό φαγητό. Φακές αλάδωτες σήμερα, λόγω της ημέρας. Έψαξε με την αφή πάνω στο τραπέζι για τα τσιγάρα της. Η ράχη του χεριού της ακούμπησε τα πόδια του και τινάχτηκε τρομαγμένη.
«Παγωμένος που είναι!» σκέφτηκε και το ύφος της σα να έσπασε λιγάκι. Πήγε να σηκωθεί, να βρει κουβερτάκι να τον σκεπάσει, μαξιλάρι να μην πιαστεί ο λαιμός του. Μετά θυμήθηκε ότι είναι πεθαμένος. Τι σημαίνει είναι πεθαμένος; Σημαίνει πως δεν τον αγαπάς πια; Δεν τον νοιάζεσαι; Τι θα φάει, τι θα πιει, τι θα φορέσει; Τουλάχιστον θα ξεκουραστεί μια στάλα, ξανασκέφτηκε. Το 'χε αυτό από παιδί, έτοιμη η δικαιολογία, η ευκολία, η πρόχειρη λύση, η αναγκαστική.
Κουραζόταν πολύ τον τελευταίο καιρό. Όλη τους η ζωή ένας τελευταίος καιρός ήταν. Και μια κούραση δίχως τέλος. Γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και τόλμησε να τον κοιτάξει όπως δεν τον είχε κοιτάξει ποτέ όταν κοιμότανε. Μα γιατί, κοιμότανε και ποτέ; Συνέχεια όρθιο τον θυμάται, να βιάζεται, να τρέχει, να μαστορεύει, να μιλά.
Ήταν ήσυχος, τόσο ήσυχος που ένιωσε ένα κύμα ζεστασιάς να την πλημμυρίζει. Να κάνει μια να του χαϊδέψει τα μαλλιά, το μάγουλο με το σημάδι, τα χείλια του. Ένα φιλί μωρέ, ένα φιλί πόσο καιρό είχε να του δώσει; Πάντα έτσι ήταν τα χείλια του; Σκούρα σαν τα νερά της θάλασσας; Τουλάχιστον δεν πονούσε πια, έτσι δεν είναι; Δεν συνεχίζει να πονάει κάποιος όταν έχει πεθάνει.
Άκουσε το νερό να χύνεται πάνω στο μάτι της κουζίνας τσιτσιρίζοντας. Σηκώθηκε να χαμηλώσει τη φωτιά. Περισσεύανε τα πόδια του απ' το τραπέζι, να πεις πως δεν του το 'λεγε; Χρειαζόντουσαν μεγαλύτερο τραπέζι για να τρώνε. Δυο άτομα, τι να την κάνουμε τόση απόσταση ανάμεσά μας βρε γυναίκα; απαντούσε αυτός. Θα πεθάνουμε μέχρι να συναντηθούμε.
Ανακάτεψε το φαί, έριξε δυο φυλλαράκια δάφνης. Γύρισε ξανά προς το μέρος του θυμωμένη. Σιγά την απόσταση μωρέ μέσα στο δυάρι.Συνέχεια ο ένας πάνω στον άλλον σκουντουφλούσε.
Τα χέρια του είχαν γλιστρήσει και κρεμόταν άχαρα στα πλάγια του τραπεζιού. Τι απελπισία τον βάσταγε άραγε ακόμα και τώρα; Πήγε κοντά του. Έσκυψε από πάνω του. Έβαλε το αυτί στο στήθος του ελπίζοντας ν' ακούσει την καρδιά του. Στιγμιαία το πήρε απόφαση.
«Κάνε πιο 'κει - ψιθύρισε σκαρφαλώνοντας στο τραπέζι - κάνε πιο πέρα άνθρωπέ μου. Πάγωσες. Μα θα σε ζεστάνω εγώ.»
Και ξάπλωσε δίπλα του.

η φωτό είναι από : http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

μιαο2.jpg





εγώ...ο δειλός

Μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπροστά. Δεν ήξερε κατά πού να πάει, ήξερε μόνο ότι έπρεπε να φύγει. Να φύγει, να φύγει. Να φύγει από πού; Από το σπίτι του, το κρεβάτι του, τη ζεστασιά του, τη βολή του; Να φύγει απ' τη μάνα του, το σκύλο του , την αγαπητικιά του; Να φύγει, να φύγει. Να πάει όσο πιο μακριά γινόταν, να πάει, να πάει πού;
Άναψε τσιγάρο και τράβηξε κατά τη θάλασσα. Τα καράβια που αγαπούσε έφευγαν με τα φώτα ανοιχτά μες το σκοτάδι. Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό που όλο σκλήραινε και σκλήραινε. Τα μάτια του τον έτσουζαν διαολεμένα.
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ο παπά Χρήστος τώρα θα έβγαζε το Σταυρό απ' την Ωραία Πύλη μπερδεύοντας τους ψαλμούς με τους λυγμούς του. Κοίταξε τον ουρανό που σιωπούσε. Έφυγες κι εσύ καημένε, αναστέναξε, τιμωρήθηκες κι εσύ γιατί αγαπούσες παρά φύσει. Και τι έγινε ρε άνθρωποι; Υπάρχει ίσιο και στραβό στην αγάπη;
Του φάνηκε πως η θάλασσα τον περιγελούσε γι' αυτά τα ερωτήματα. Και δεν ήταν και η πρώτη του φορά να πεις πως τον έπαιρνε. Ο κόμπος στο λαιμό φούσκωνε, γινόταν τριχιά, γινόταν θηλιά, τον έσφιγγε, του ψιλόκοβε τις αναπνοές. Έκανε να πεταχτεί έξω απ' τ' αυτοκίνητο, να κάνει σινιάλο στους περαστικούς, να ζητήσει βοήθεια. Μετά το καλοσκέφτηκε κι άραξε πιο βαθιά στο κάθισμά του. Αγκάλιασε απαλά το τιμόνι.
«Θα πεθάνουμε εδώ» είπε μετά από πολλή ώρα στην άδεια θέση του συνοδηγού δίπλα του, παλεύοντας να κλέψει καμιά περισσευούμενη ανάσα. Δεν απάντησε κανείς.
Χαλάρωσε τη ζώνη του παντελονιού, ξεκούμπωσε το πουκάμισο, πέρασε τα χέρια μέσα απ' τα μαλλιά του, άνοιξε διάπλατα όλα τα παράθυρα στο αμάξι. Ο αέρας τέλειωνε μαρτυρικά αργά. Το στόμα του έγινε πηγάδι, έγινε σπηλιά, έγινε μήτρα που ξέρναγε θεόρατα παιδιά με σκοτεινά μάτια.
«Αααααααααααααααααααα ....Εγώ σε σταύρωσα Χριστέ μου, εγώ ο δειλός, σχώρα με!»
Ύστερα έλυσε το χειρόφρενο κι όλα έγιναν σκοτάδι. Το αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα μ' έναν σιγανό παφλασμό. Σηκώθηκαν δυο τρία κύματα αρχικά. Μετά ησυχία. Στις εκκλησιές οι πιστοί ακούγαν το ενδέκατο ευαγγέλιο.

Η φωτό είναι από : http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

μιαο.jpg


ήρωας

Μόλις τέλειωσε ο βομβαρδισμός βγήκα έρποντας απ' το γιατάκι μου. Έψαξα να τον βρω. Σιγανά φώναξα τ' όνομά του. Ύστερα δυνατότερα. Δεν απαντούσε κανείς. Μονάχα ο άνεμος που είχε σηκωθεί μετά απ' το μακελειό χτυπούσε ένα παντζούρι μονότονα. Τακ! Τακ! Τακ!
Η σκόνη χόρευε τρελά γύρω μου. Είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που πάψαμε να είμαστε άνθρωποι. Δεν πίστευα πως θα μπορέσουμε να υπάρξουμε ξανά. Ξαφνικά τον είδα να περπατά ανάμεσα στα μνήματα. Φορούσε ακόμα το κοντό παντελονάκι της παρέλασης κι ήτανε βουτηγμένος στα αίματα μέχρι τα γόνατα. Τον φώναξα πάλι μα δεν μ' άκουσε. Στη στήθος του ένας μικρούλης ήλιος πάλευε να αγκιστρωθεί και να τρανέψει.
«Πρόσεχε!» ξαναφώναξα με αγωνία για το συμβάν που κανείς μας δεν ήξερε μα όλοι μελετάγαμε πως κάποτε θα γίνει.
Χαμογέλασε και μου κούνησε το χέρι. Άκουγα τον ήχο απ' το σφυρί που θα τον σταύρωνε. Προτίμησα να μη μιλήσω και τον άφησα να συνεχίσει τη μακάβρια βόλτα του. Στο κάτω κάτω ο θάνατος είναι προσωπική υπόθεση του καθένα, προσπάθησα να το φιλοσοφήσω.
Οι σειρήνες ακούστηκαν πάλι. Τα αεροπλάνα πλησίαζαν. Όπως - όπως κοίταξα να καλυφθώ περιμένοντας τις επόμενες βολές. Δεν τον ξανάδα. Δεν έμαθα αν έζησε ή αν πέθανε, απερίσκεπτος καθώς ήταν.
Κάποιοι - χρόνια μετά - μου είπαν πως έγινε ήρωας. Εγώ εξακολουθώ να φοβάμαι. Και να ζω.

Η φωτογραφία είναι : http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

Φωτογραφία της Maria Strigkou.

οι προδότες

Τα Σάββατα άνοιγε τις ντουλάπες διάπλατα να αεριστούν οι σκελετοί. Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα τα ξύλινα πορτάκια με τις μπρούτζινες πετούγιες ήταν ερμητικά κλειστά. Δεν έβγαινε προς τα έξω ούτε κιχ. Θα μου πεις τι να βγει δηλαδή; Μιλούν οι νεκροί ή μήπως ανασαίνουν;
Κι όλα αυτά τα ρούχα, που είχαν λησμονήσει τις κινήσεις των άκρων μέσα τους και τους κυκλώνανε αφόρετα, τον τρόμαζαν λιγάκι αλλά έκανε πως δεν είχε τόση σημασία ο τρόμος μπροστά στο γεγονός. Γιακάδες και μανίκια ακίνητα, μπατζάκια προσεκτικά διπλωμένα στην τσάκιση, πουθενά η ζωή. Μονάχα τα μαντήλια κρατούσαν ανάμεσα στις δίπλες τους, ίχνη από κολόνιες παλιές, από ενοχές ξεθυμασμένες και ιδρώτες αγωνίας αλλά κι αυτό παρηγοριά δεν το λες.
'Ετσι συνήθιζε να τους σφίγγει το λαιμό. Μ' ένα μεταξωτό μαντήλι, που ταίριαζε στο χρώμα με τα μάτια του κάθε προδότη. Και δεν έπαιρνε το βλέμμα του από το κορμί που σπαρταρούσε, καθώς έχανε οξυγόνο κι αισθήσεις, ούτε απ' τα χείλια, που γέμιζαν αφρούς. Όταν πια το πρόσωπο έπαιρνε την όψη του καινούργιου θανάτου, με την απορία του ύστατου σπασμού στην έκφραση, άνοιγε το ραδιόφωνο στη διαπασών.

Χόρευε. Ζεϊμπέκικο συνήθως. Παραπατώντας ρυθμικά. Μια στη λύπη, μια στη χαρά και μια στην εκδίκηση. Κι ύστερα ξερνούσε δώδεκα κύματα πάνω στον προδότη. Να ξεπλυθούν τα κρίματα. Το χειρότερο ήταν, που μέχρι το φονικό, περίμενε την ελέω Θεού τιμωρία. Και δεν ερχόταν. Ούτε οι Ερινύες φυσικά. Ποιος παραδέχεται τους μύθους ακόμα; Κάτι ρομαντικοί που τους πετάνε πέτρες.

Το καλύτερο ήταν πως - ελλείψει δικαιοσύνης - μπορούσε μονάχος του να τους πνίγει. Αφού δεν είχανε τα κότσια να κρεμαστούνε μόνοι τους, δικαιολογιότανε στον εαυτό του.

Βλέπεις, ήταν πολλοί αυτοί που συνάντησε και τον ξεπούλησαν για τριάντα αργύρια. Κι είχε βαρεθεί να σταυρώνεται.
Άδικο δεν ήταν; Κι η Ανάσταση να γιορτάζεται μια φορά το χρόνο. Κι αυτή σχεδόν με το ζόρι!


Η φωτό είναι του Λευτέρη Μιαούλη http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

μιαο.jpg


-->-->-->

σοκολάτα

Την αγάπησε πολύ, τα βράδια που της χτένιζε τα μαλλιά. Στων ιστοριών το πρωτούπνι καθώς ο δράκος ξέρναγε φωτιές από μύτη και στόμα κι εκείνη ζάρωνε δίπλα του για να μην φοβηθεί. Κι ύστερα στο αχάραγα της καινούριας μέρας όταν, αντί "σ' αγαπώ", του άφηνε αμίλητη μια κούπα καφέ δίπλα στο μαξιλάρι του και εξαφανιζότανε στο βυθό της ιστορίας.
Την αγάπησε πολύ γιατί δεν είχε χρώμα. Ήταν καθρέφτης, αγέρας και νερό. Κι άλλοτε, τους χειμώνες συνήθως, γινόταν ιδρώτας που κυλούσε απ' το μέτωπο του μόχθου του.

Κοιταζόντουσαν στα μάτια τις νύχτες κι έβλεπε εφτά ουρανούς και δώδεκα άστρα βαλμένα στη σειρά να χαιρετίζουν τη χάρη του. Κοιταζόντουσαν στα μάτια το ξημέρωμα και μύριζε λευτεριά ο κόσμος.
Δεν πίστευε πως ήταν χαριτωμένος. Ούτε ιδιαίτερα ξεχωριστός. Τα πρωινά φορούσε το δέρμα των ανθρώπων και πήγαινε για δουλειά. Τα βράδια τον φορούσε η κούρασή του - κι αφού τον θαλασσόδερνε σε σπηλιές και σε λύπες - τον πέταγε μανιασμένα σε μια γωνιά διατάζοντάς τον να κοιμηθεί. Ή να πεθάνει επιτόπου.
-------
Κι ύστερα θυμάται πως την αντίκρισε στα κόκκινα λάβαρα της επανάστασης να κυματίζει σαν ψευδαίσθηση ανατριχιάζοντας τους μύθους. Και στων στρατιωτών τις λόγχες σαν εκδίκηση που γυρεύει να φανεί. Και μετά παντού. Σε όλους τους δρόμους που τον διέσχιζαν καθημερινά από τη γέννησή του ακόμα.
Όπου και αν γυρνούσε το κεφάλι του έβλεπε τα μάτια της που μυρίζανε σοκολάτα.
-------

Η φωτό είναι απ' τη σελίδα του φωτογράφου Λευτέρη Μιαούλη http://lefteris.omorfipoli.com/index.html

φωτο.jpg


τελευταίο βράδυ

Θα πάρω μαζί μου απόψε, στου ύπνου τα σκιερά περιβόλια, εκείνη τη ρυτίδα στο μέπωπό σου που σπέρνει τις ξαφνικές βροχές. Την ηχώ της σκιάς σου καθώς ακουμπούσε στον τοίχο μου.
"Τελευταίο βράδυ" είπε.
Κοίταζε συχνά έξω απ' το παράθυρο. Και σκαλώνανε τα μάτια της στα σύρματα που σφιχτοδένανε τον ορίζοντα.
"Τις φυλακές μας ξέρεις τις κουβαλούμε μαζί μας σαν από μάνα φυλαχτό. Τις φοράμε στο λαιμό σα σταυρουδάκι βάφτισης. Κι άλλοτε στο χέρι της καρδιάς σα γάμου δαχτυλίδι"
Πόσο εύκολο είναι να κάνεις μαλαγανιές σ΄αυτό που σε πονάει. Θαρρείς πως μ' αυτό τον τρόπο το κάνεις μαλθακό, το νανουρίζεις, το ξεγελάς. Άδικος κόπος! Εσύ πεθαίνεις κι αυτό ζει την ζωήν την αιώνιον. Τόσο αμετακίνητο είναι. Θες φυλακή να το πεις. Θες φόβο. Θες απόριψη. Θες ανασφάλεια. Δώστου όποιο όνομα γουστάρεις. Δεν κάνει διαφορά.
"Τελευταίο βράδυ" είπα.
Θύμιασα με φασκόμηλο και ανθό της ερήμου. Ψιθύρισα προσευχές. Από μέσα μου και ξόρκια μαγικά που λύνουν τα δεσμά τα ακατάλυτα της αγάπης. Κλείδωσα τέσσερις φορές την εξώθυρα κι ύστερα σερβίρισα γλυκό βύσσινο, να κεραστούν οι νεράιδες. Το άστρο σου δεν το έψαξα στον ουρανό. Άλλωστε μαζευτήκανε απ' το πουθενά τόσα σύννεφα. Τύλιξα τη ρυτίδα σου γύρω απ' το λαιμό μου ζεστό κασκόλ και κρύφτηκα μέσα στα παραμύθια.
Δεν υπήρξες ποτέ. Αλλά έκανες τόσο θόρυβο φεύγοντας που παραλίγο να πιστέψω πως είχα κάνει λάθος.


003.jpg